Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Γιατί να (μην) διαβάζουμε Απόστολο Παύλο [ Μέρος 4ο ]

Αισίως, φτάσαμε στο ΙΒ΄. Αν κρύβει κάποια σημασία, το κεφάλαιο αυτό, τότε την κρύβει επιμελώς. Ή - για να μη γίνομαι πικρόχολος - μπορεί να μην την κρύβει απ' τον πιστό, μα την κρύβει καλά από τον αδογμάτιστο ερευνητή. Γιατί στον τελευταίο, όλα τούτα που εξετάζονται 'δω μέσα, του είναι παντελώς ανιαρά και αδιάφορα. Από το στίχο 12 κι εξής, η φλυαρία χτυπάει κόκκινο. Θα έλεγε κανείς, πως ο βασανισμένος Απόστολος ξέχασε ότι γράφει επιστολές θεόπνευστες κι έπιασε την έκθεση ιδεών και το προσωπικό του blog. Δεν του αρκεί να ξεδιπλώσει τις μεταφορές του άπαξ, μα τις φαντασιώνεται σ' όλες τις δυνατές παραλλαγές : ό,τι λέγεται για το πόδι, πρέπει να ειπωθεί ξανά και για τ' αυτί και για το μάτι και για την κύστη κόκκυγος. Ο πρωκτός, παραδόξως πώς, δεν απαντάται συχνά στα αποστολικά κείμενα, παρότι του Θεού και τούτος. Ας τελειώνουμε εδώ, ωστόσο, με ό,τι ανούσιο κι ας προχωρήσουμε, επιτέλους, στο πιο όμορφο (και μοναδικό) κομμάτι, αυτής της - κατά τ' άλλα - αδιάφορης επιστολής.

Ο ύμνος της αγάπης

Το έχω τονίσει εξαρχής, ότι παρότι προκατειλημμένος, είμαι αρκούντως καλοπροαίρετος. Γι' αυτό και κοντοστάθηκα αμήχανος, φτάνοντας στο ΙΓ΄, του οποίου μόνο ψήγματα είχα στο νου κι αυτά, δανεισμένα από τη υποβλητική απόδοση του Zbigniew Preisner. Οφείλω να ομολογήσω, πως πρόκειται για ένα, πραγματικά, υπέροχο ξέσπασμα, το οποίο στέκεται φαινομενικά παράταιρο, με τη φλυαρία που το πλαισιώνει. Η αντίθεση ετούτη, το κάμει να φαίνεται ομορφότερο. Ως ξένο σώμα, η μικρή αυτή όαση, ακτινοβολεί με τη δύναμη χιλιάδων άστρων, μέσα στο σκότος της προηγούμενης μαλάκυνσης. Ο λόγος ρευστός και αβίαστος, ρυάκι σμιλεμένο στα μεριά των βράχων, δροσίζει και ξεδιψάζει την κουρασμένη ψυχή. Λόγος μεστός και πυκνός, σαν καρπός που 'χει απορροφήσει όλους τους χυμούς της γης, στερώνοντάς τους σε σάρκα νόστιμη και ζωογόνο. Ο ύμνος της αγάπης δίνει την εντύπωση πως έχει δουλευτεί, ξέχωρα, σε κάποια στιγμή αληθινής έμπνευσης κι εισχώρησε στην επιστολή, με την πρώτη ευκαιρία, αλλά βεβιασμένα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε χώρος για τούτο το διαμάντι, σ' αυτό το αφόρητα χαμηλού επιπέδου κείμενο, που απευθύνεται στους Κορινθίους.

Οι μεταφορές αφήνονται λιτές και άμεσες, δίχως ανούσιες επαναλήψεις και υπερβολές. Η επανάληψη, όποτε εφαρμόζεται, άλλοτε επιτείνει το νόημα, ως τυπικό τέχνασμα της γραφής, κι άλλοτε αγγίζει την καθαρότητα της δημοτικής ποίησης. Εκείνο το «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην» είναι λόγος με εσωτερικό μέτρο και ρυθμό κι η επανάληψη είναι κατασκευασμένη, κατά μέγιστη οικονομία. Με άλλα λόγια, ένα μικρό ποίημα. Η δε κατακλείδα «νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα ∙ μείζων δε τούτων η αγάπη» καταπέφτει στην ψυχή, με τη βαρύτητα συμπυκνωμένων ήλιων, μα συνάμα την άμεση γλυκύτητα του ανθρώπου, που προσφέρει ένα ποτήρι νερό. Άπιστος όντας κι ωστόσο η καρδιά μου τήκεται, γλιστρώντας απ' τη μια λέξη στην άλλη. Ο νους ηρεμεί, νιώθει για μια στιγμή ασφαλής. Γίνεται ξανά το παιδί που δεν έπαψε ποτέ να κρύβεται πίσω απ' την ενήλικη οχυρωσιά, μα σήμερα πια κουρασμένο απ' τη ζωή. Ζητά, σε τούτη την επιστροφή, να ξαποστάσει μια φορά, σαν πρώτα, στη θαλπωρή μιας αγκαλιάς οικείας και ατελεύτητης.

Η μικρή αυτή εξαίρεση, σε προκαλεί ν' αναρωτηθείς βαθύτερα, για το ποιος είναι ο αληθινός Παύλος, ίσως να γίνεις δικαιότερος. Ψυχή, προφανώς βασανισμένη από μυριάδες αντιθέσεις, μοιάζει να κρύβει εντός της μιαν αγαπητική ποιότητα, την οποία ωστόσο αδυνατεί να εκφράσει άμεσα και σ' όλο της το μεγαλείο. Τα προσωπικά συμπλέγματα και, πιθανότατα, οι περιορισμοί της εποχής, εμποδίζουν τον Απόστολο απ' το ν' αποδώσει ή ακόμη και να κατανοήσει εκείνο, απ' το οποίο μόνο σύντομες ματιές καταφέρνει να ξεκλέψει. Στην καρδιά του Παύλου - γίνεται φανερό από πολλές ενδείξεις - έχει ριζώσει το παράξενο τούτο βλαστάρι, που ακόμη και σήμερα αφηρημένα αποκαλούμε αγάπη. Ένα βλαστάρι με ικανότητα αστέρευτης κάρπισης. Κάρπισης λανθάνουσας μεν, μα υπαρκτής και πανίσχυρης δε. Στην προσπάθεια να φροντίσει, τούτον τον τρυφερό ακόμα μίσχο, ο Απόστολος σκοντάφτει διαρκώς, παραπατά και τραυματίζει. Δεν είναι, όμως, εύκολο να τον καταδικάσει κανείς - παρά μόνον ίσως με πολιτικά ή φιλοσοφικά κριτήρια. Παλεύει με όποιον τρόπο, μπορεί να συλλάβει. Αστοχεί και καταστρέφει, ξανά και ξανά, μα παλεύει με πρόθεση καλή. Θα μου πείτε, τώρα, ο δρόμος προς την Κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις κι ίσως να 'χετε δίκιο. Αλλά θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η νοσηρότητα - να καταστρέφει προτού κατανοήσει - είναι κομμάτι του ανθρώπου. Όπως κι η γιατρειά της. Γι' αυτό, όταν λέω και κρίνω το Απόστολο Παύλο ως ανεπαρκή, δε γίνεται από κακεντρέχεια ή σαρκασμό, μ' από τούτη την απλή διαπίστωση : αν αποδεχτούμε το αγαπητικό μήνυμα του Χριστιανισμού ως αληθές, είναι φορτίο πραγματικά ασήκωτο, όχι μόνο για τον Παύλο ή τον Κώστα, μα για οποιονδήποτε άνθρωπο ξεχωριστά. Για το λόγο ετούτο, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η αγάπη είναι γραφτό της και πρέπει να σηκωθεί, απ' όλους τους ανθρώπους μαζί κι όχι απ' τον καθένα χώρια - ακόμα κι αν ετούτο ήταν δυνατό. Η Αγάπη είναι κληρονομιά ολονών κι η ευθύνη, σε όλους μοιρασμένη εξίσου. Και δε δύναται κανείς, μονάχος του, οσοδήποτε αγαθός, να την αποδώσει στο ακέραιο.

Τούτων των σύκων λεχθέντων, ωστόσο, να πιάσουμε τώρα και τη σκάφη. Παρόλα τα ωραία και τις γλυκιές ανατριχίλες, πάμε τώρα να δούμε τι μας λέει, τελικά, για την αγάπη, ο ύμνος αυτός. Πάμε, δηλαδή, να εξετάσουμε τι μαθαίνουμε, τελικά, για την αγάπη - που να μην είναι λυρισμός και ποιητικό ύφος, μα γνώση και ουσία. Ξαναδιαβάζω το κείμενο μ' εφόδιο ετουτη τη νέα διάθεση, δηλαδή τη διάθεση της γνώσης. Παραδόξως, η λήξη της ανάγνωσης με αφήνει στην ίδια αμάθεια με την αφετηρία της. Και όμως! Ετούτος ο ύμνος προς την αγάπη, στην πραγματικότητα δε λέει για την αγάπη, απολύτως τίποτα! Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, το πλέον εξαιρετικό δείγμα της επιστολικής γραφής, δεν είναι παρά ένα εντυπωσιακό στολίδι, μετέωρο από ουσιαστικό νόημα. Ναι, είναι αληθές, ότι πρόκειται για δύσκολη σύλληψη, ετούτη η χριστιανική αγάπη. Συχνά, είναι καταδικασμένη να παραμένει αόριστη κι αφηρημένη, όπως οποιαδήποτε σύνθετη έννοια : ζωή, αρετή, ισότητα, κ.ο.κ. Δεν υπάρχουν για τα πάντα ορισμοί, τουλάχιστον, παγιωμένοι σε λέξεις. Μερικά μονοπάτια γίνονται τόσο κακοτράχαλα, για το λόγο, ώστε η αοριστία είναι αναπόφευκτη. Στην περίπτωση αυτή, είναι χρεία πρόσθετων μέσων, άλλων ήσσονων (όπως οι μεταφορές και οι αλληγορίες), άλλοτε μείζονων (όπως οι πράξεις). Η χριστιανική πράξη είναι το αναπόσπαστο, έτερον ήμισυ του χριστιανικού λόγου. Είναι ο χώρος και ο χρόνος, όπου ο χριστιανικός λόγος στερεώνεται, υλοποιείται και μορφώνεται, όπου το άρρητο αποκαλύπτεται δίχως της μεσολάβηση του ρητού. Είναι, να το πούμε χριστιανικότερα, η ενανθρώπηση του πνεύματος.

Η επιστολή ως επιστολή, δηλαδή ως γραπτός περιορισμός, δε μπορεί να διαφύγει της ασάφειας, σε κάτι τόσο πλατύ και βαθύ. Όταν προσπαθεί να προσεγγίσει την αγάπη ευθέως, πέφτει αναπόφευκτα στις παγίδες της επιρρηματικής ή άλλης αοριστολογίας : πάντα, πάσα, ουδέν, το τέλειον, το εκ μέρους. Όταν το επιχειρεί πλαγίως, η αποστολική γραφή γίνεται τιμιότερη : προσεγγίζει την αγάπη κατ' έλλειψη, δηλαδή ως εκείνο που η αγάπη δε μπορεί να είναι. «Η αγάπη ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία» γράφει άριστα ο Απόστολος Παύλος, προσφέροντας πολύ πιο εύστοχες οδηγίες προς ναυτιλομένους, από τ' αφηρημένα «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Η κατάληξη, παρόλα αυτά, της άσκοπης ή άστοχης χρήσης του λόγου, οδηγεί εν τέλει σε μια μικρή απογοήτευση και ήττα : απομένουμε στην κατακλείδα εκστατικοί, ν' ανατριχιάζουμε για κάτι μείζον, δίχως να έχουμε αντιληφθεί καλά-καλά περί τίνος πρόκειται. Σ' αυτές τις αμέλειες είναι, ούτως ή άλλως, που βρίσκει εύφορο έδαφος και ριζώνει όλος εκείνος, ο νοσηρός λαϊκισμός της χριστιανικής (όσο κι οποιασδήποτε) θρησκείας, όπου μπορεί ο καθένας να δακρύζει από θεία κατάνυξη, κάνοντας το σταυρό με το δεξί, όσο τ' αριστερό του στάζει ακόμη αίμα.

Σκέφτηκα να πιάσω να κάνω συγκριτική αγαπητολογία. Να βρω, δηλαδή, ποιοι άλλοι μιλήσανε για την αγάπη ή κάτι παρόμοιο, γιατί ήμουν αόριστα πεπεισμένος μέσα στην ημιμάθειά μου, ότι έχω διαβάσει πολύ πιο μεστά κείμενα, πάνω στο θέμα. Δύσκολη δουλειά και δε γράφω διατριβή. Με κέρδισε η οκνηρία, όμως κι εγώ χαμένος δε βγήκα. Αντι να χαθώ στη φιλοσοφική επικράτεια, γυρεύοντας βελόνα στ' άχυρα, ανέτρεξα σε ό,τι πιο λαϊκό μπορούσα ν' ανατρέξω. Αν με το ελάχιστο, καταφέρω να αποδείξω το ζητούμενο, τότε δε χρειάζεται να θριαμβεύσω καθ' υπερβολή. Βρήκα τον τέλειο σύμμαχο, σε δυο αγαπημένους σύντροφους της εφηβείας : στην «Αγάπη» του Λέο Μπουσκάλια και στην ομώνυμη συλλογή των εκδόσεων Μπουκουμάνη. Αρκεί ένα απλό ξεφύλλισμα. Μέσα σε λίγες αράδες, μαθαίνει κανείς για την αγάπη, πράγματα ασύγκριτα περισσότερα και ουσιαστικότερα, από την Παυλιανή φλυαρία. Μείζον δε τούτων το εξής : η αγάπη δεν είναι δώρο (του Θεού ή άλλου), είναι στίβος και αγώνισμα. Δεν υπάρχει η παραμικρότερη ένδειξη, στο αποστολικό συνονθύλευμα, ετούτης της λαμπρής (μα όχι αυτονόητης) αλήθειας : η αγάπη συνιστά μαθητεία και δρόμο ζωής, όχι μασημένη τροφή και αποκάλυψη. Η αγάπη δε χαρίζεται, παρά κερδίζεται. Έχει τις ελεύθερες μεθόδους της, μα δεν έχει ορισμούς και αυστηρούς κανονισμούς. Η αγάπη γεννιέται απ' την τριβή με τους ανθρώπους (κι όχι μόνο), μέσα στα οργώματα και τις χαρακωσιές της ζωής. Δεν μας χαρίζεται απ' το επέκεινα. Αναδύεται μέσα απ' τις σχέσεις των υπαρκτών, ριζώνει μέσα στις σχέσεις των υπαρκτών, εκδηλώνεται κι ανθίζει πάνω τους. Αν η αγάπη πήγαζε απ' οπουδήποτε αλλού, εκτός του κόσμου τούτου, θα 'τανε γράμμα κενό και κανονιστική διάταξη, πλάσμα τ' ονείρου, δίχως σκελετό και σάρκα. Η αγάπη δεν είναι, ούτε καν, το κέρδος από τη μαθητεία ή το επιστέγασμα ή τ' αποτέλεσμά της : είναι η μαθητεία καθαυτή, η αδάμαστη και ατελεύτητη επιμονή. Τι μας λέει ο ύμνος της αγάπης για όλα τα θαυμαστά ετούτα; Κάτι λίγα ψελλίσματα κι έπειτα το μηδέν.

Θ' αντίλεγε κανείς : μα πόσα να χωρέσουν, λοιπόν, μέσα σε δεκατρείς στίχους; Δυστυχώς, ο Παύλος είχε μια ολόκληρη επιστολή στη διάθεσή του κι άφησε την αγάπη, έρμαια τον περιθωρίων. Μια ολόκληρη επιστολή μαλάκυνσης και ασυναρτησίας, όπου ο αλλοπρόσαλος απόστολος προτιμά ν' αφιερώσει δεκαέξι ολόκληρους στίχους, αν θα προσεύχονται οι γυναίκες με μαντήλα ή χωρίς, και είκοσι-εφτά στην αφεντομουτσουνάρα του, αλλά του περισσέψανε μονάχα δεκατρείς, για εκείνη τη ρημάδα και μείζονα αγάπη. Καθένας είναι άξιος της μοίρας του, μα της αγάπης ... ε τούτης, της άξιζε κάτι καλύτερο απ' τον Παύλο.

Τελευταία Κεφάλαια κι επίλογος

Τα κεφάλαια, που ακολουθούν, δεν έχουν τίποτε περισσότερο να μας προσφέρουν, από εκείνα που προηγήθηκαν. Τα περισσότερα τα 'χουμε συζητήσει ήδη, τουλάχιστον όσο μου έκοβαν νους και καρδιά. Στη συνέχεια, σε κάποιο βαθμό και αναπόφευκτα, θα επαναληφθώ. Θα το προσπαθήσω, κατά μέγιστη δυνατή οικονομία. Παραθέτω λοιπόν μικρά, αποσπασματικά σημειώματα. Στο ΙΔ΄ και στίχο 34-35, ο δογματικός μισογυνισμός επανέρχεται, ετούτη τη φορά, δίχως την παραμικρή, εξωραϊστική επίφαση : « ... αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν ... αλλ' υποτάσσεσθαι, καθώς και ο νόμος λέγει ... αισχρόν γαρ εστί γυναιξίν εν εκκλησία λαλείν». Η υπομονή, όμως, έχει και τα όριά της. «Άμε και στο διάολο, επιτέλους!» λέμε εμείς σήμερα και δίχως το παραμικρό ίχνος ντροπής, απέναντι στην αποστολική βαρβατίλα! Το θέμα θεωρείται λήξαν. Είναι μάταιο να κάτσει κανείς να εξηγήσει εκείνο, που στην εποχή μας θα 'πρεπε να θεωρείται αυτονόητο.

Παρακάτω, Κεφάλαιο ΙΕ΄ και στίχος 14, παρατηρούμε μία ακόμη αδυναμία της χριστιανικής συλλογιστικής : «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών». Το πρόβλημα, που θέλω να θίξω εδώ, δεν είναι εκείνο της δογματικής φύσης. Καθένας έχει δικαίωμα στα δόγματα και τ' αξιώματά του. Και της Γεωμετρίας τα αξιώματα, σαν καταρρεύσουν, καταρρέει κι ολάκερο το οικοδόμημά της. Όμως, εδώ στέκει η διαφορά : το «κήρυγμα» της Γεωμετρίας ουδέποτε απομένει «κενόν», ακόμα και μετά την όποια κατάρρευση. Τουναντίον, η ακύρωση σε τούτη την περίπτωση είναι καθόλα εύφορη και γονιμοποιούσα. Το γεωμετρικό οικοδόμημα μένει για λίγο μετέωρο, όχι όμως σα φάντασμα, αλλά σαν ικανότητα που κατακτήθηκε, σαν λογισμός και κατάσταση του νου, σα δέσμευση που υλοποιήθηκε μα συνεχίζει να επιτελεί το ρόλο της, μετουσιωμένη σε καλλιέργεια και ήθος. Ο χριστιανός λέει όχι! Άμα του ακυρώσεις την Ανάσταση, προτιμά να τα τινάξει όλα στον αέρα! Δεν του απομένει ούτε η αγάπη, ούτε η αυτοθυσία, ούτε το παραμικρό, από τα πυροτεχνήματα και τα μεγάλα λόγια. Ο Χριστιανισμός καταντάει έτσι βαθιά απελπισία και μηδενισμός, αποδεικνύοντας ότι, τελικά, ουδέποτε νίκησε αληθινά αυτά τα δύο, παρά τα κουκούλωσε, όσο πιο πρόχειρα μπορούσε, κάτω από τη φαινομενική ελπίδα, του όποτε να 'ναι. Ετούτη η ζωογόνος κι ελπιδοφόρα θρησκεία απομένει γίγαντας με εύθραυστα ποδάρια και κύμβαλον αλαλάζον. Η ελπίδα της είναι αντεστραμμένη απελπισία. Το κήρυγμα της Αναστάσεως καταντά ξεραμένο κουκούλι, έτοιμο να υποχωρήσει στην πρώτη πίεση τ' ανέμου - ή το χάδι. Καμία πυκνότητα, καμία συνοχή, καμία ενοποιός δύναμη, πέραν απ' το αποκαλυπτικό σκοτάδι. Κι όμως, η αγάπη υπάρχει. Κι επιμένει, παρόλα αυτά, σε πείσμα του τυφλού δογματισμού και της στείρας αποκάλυψης.

Ακόμη πιο κάτω, οι στίχοι 29-34 τιτλοφορούνται «Η συμπεριφορά των Αποστόλων και των πιστών απόδειξις της αναστάσεως των νεκρών». Μη φλυαρήσω περισσότερο. Ετούτη η κραυγαλέα λήψη του ζητουμένου, πλασάρεται ως απόδειξη. Καθρεφτάκια για τους αφελείς. Η ανάσταση των νεκρών δικαιώνει τις πράξεις των Αποστόλων και οι πράξεις των Αποστόλων δικαιώνουν την ανάσταση των νεκρών, κυκλοτερά, στο μουχλιασμένο φαύλο κύκλο τους. Τρικυμία εν κρανίω και ψυχικός μαρασμός. Δεν είναι δέον ωστόσο - όπως προείπαμε κάπου - να επιχειρηματολογεί ο ... Παύλος, εκείνος ακριβώς που πρώτος καταρρίπτει την επιχειρηματολογία ή με άλλα λόγια τη ρητορική και τη σοφία των εθνικών. Δεν είναι σοφρωσύνη να παίζεις μπαλίτσα εκτός έδρας και μάλιστα με ξένη μπάλα, γιατί θα κατατροπωθείς και θα γίνεις περίγελως. Άμα πιάσει ο χριστιανός να μιλά για αποδείξεις, μαύρο το φίδι που τον έφαγε, έτσι αμάθητος που είναι από λογική σύνταξη και αυτο-συνέπεια! Που πας γατάκι, έτσι ξυπόλητο στ' αγκάθια; Ο πιστός, καλά θα κάνει να περιοριστεί στη γλώσσα εκείνη που καλά μιλά και καλά καταλαβαίνει : την αποκάλυψη, το δόγμα και τα ιουδαϊκά ετοιματζίδικα.

Το τελευταίο Κεφάλαιο, είναι το ανάλογο του «sincerly yours» και του «looking forward meeting you». Οι τελευταίοι αδιάφοροι χαιρετισμοί και τα λοιπά. Κερδίσαμε κάτι, από ετούτο το φλύαρο ταξίδι μας, πέρα δηλαδή απ' τη χαρά του ταξιδιού και της γραφής; Σίγουρα μήτε γνώση, μήτε πίστη, μήτε αγάπη. Ίσως μια-κάποια γνώση αντι-γνώσης και των καλειδοσκοπικών της εκφάνσεων. Ίσως, ακόμα, λίγο πολύτιμο χρόνο, κερδισμένο απ' τη ζωή μας, αποφεύγοντας στο μέλλον - όπως ο διάολος το λιβάνι - ν' ασχοληθούμε, ξανά, με οτιδήποτε αποστολικό - πέραν ίσως σημείων, καθ' υπόδειξη. Στα πλαίσια μιας μικρής υποχώρησης, κερδίσαμε και κάτι ακόμα : εξαντλήσαμε εκείνο που μπορούσε να εκμαιευτεί, από εμάς μονάχους και με κάθε τιμιότητα. Αν απομένει κάτι περισσότερο να ειπωθεί - θεολογικό ή ουσιαστικό - είμαστε πλέον έτοιμοι να το συζητήσουμε ή να το κατανοήσουμε, ξεκινώντας ένα σκαλί πιο πάνω από τ' απόλυτο μηδέν, όπου βρισκόμασταν προτού ξεκινήσουμε, το μικρόν αυτό περίπατο. Και κάτι ακόμα : αποφύγετε, πάση θυσία, την ερμηνευτική σαβούρα του Τρεμπέλα! Ο άνθρωπος είναι εμετικός, όσο κι επικίνδυνος. Πολλά πράγματα παρεξήγησα, όποτε έπιανα από κεκτημένη ταχύτητα να συμπερασματολογήσω, πάνω στο δικό του κείμενο, αντί του πρωτοτύπου. Ο Τρεμπέλας εκτραχύνει κι ενίοτε εκτροχιάζει, παντελώς, το αποστολικό νόημα. Αν ο Παύλος φλυαρεί μία, ο Τρεμπέλας φλυαρεί εκατό και μία. Πιάνοντας κάθε αγαπητικό υπόλειμμα του Παύλου, το ξεπαστρεύει και τούτο, με τη φαλλοκρατία και τον κρετινισμό του.

Ώρα να φτάσω κι εγώ σε κάποιο τέλος. Αν, τώρα, έτυχε κανείς να τα τιμήσει όλα ετούτα - εκτός δηλαδή του γράφοντος - ζητώ, πραγματικά, συγγνώμη για την ανούσια φλυαρία και τον ευχαριστώ για την υπομονή του.