Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Γιατί να (μην) διαβάζουμε Απόστολο Παύλο [ Μέρος 1ο ]

Το να είσαι καλός Χριστιανός είναι ένα πράμα, μάλιστα πράμα μπορετό και πιστευτό. Το να είσαι καλός Χριστιανός, διαβάζοντας Απόστολο Παύλο είν' άλλο πράμα, ως προς το οποίο βαστώ τις επιφυλάξεις μου. Προσωπικά δεν είμαι ούτε καλός, ούτε Χριστιανός, ούτε καν Παύλος. Από απλή περιέργεια, ωστόσο, έπιασα να διαβάσω την Α΄ Επιστολή προς Κορινθίους, απ' όπου και ο περίφημος ύμνος της Αγάπης. Κάποτε, άμα νιώσω αρκετά ώριμος ως «άθεος» - ή, έστω, ως κακόπιστος αγνωστικιστής - θα πιάσω τα Ευαγγέλια. Προς το παρόν, ο Παύλος. Λέω : τούτος ο άνθρωπος έχει σημαδέψει με το ήθος του το Χριστιανισμό εν τη γενέσει του και σε βαθμό τέτοιον, ώστε να του καταλογίζεται συχνά η μεταγενέστερη κατάντια του θρησκευτικού κινήματος, από εμπειρία αγαπητική σε λανθάνοντα μισανθρωπισμό. Είπα να εξετάσω από πρώτο χέρι, περί τίνων τυρβάζεται τούτος εδώ ο χριστιανός και προκάλεσε πια τόσο ντόρο. Άνοιξα, λοιπόν, την πρώτη επιστολή προς Κορινθίους - έτσι στην τύχη ή μάλλον από κάποια ασυνείδητη οικειότητα - κι έβαλα μπρος την ανάγνωση, με όσο λιγότερη προκατάληψη επιτρέπει η ευφυΐα μου. Σίγουρα, πάντως, διόλου μηδενική. Η προκατάληψη, φυσικά, ετούτη δεν έχει να κάνει με το χριστιανικό μήνυμα καθαυτό, παρά με τις τακτικές διάδοσης των θρησκειών, ως οργανωμένων συστημάτων : οκνηρία νου και ψυχής, αφέλεια και μοιρολατρική βάλτωση, λανθάνουσα ειδωλολατρία και δουλική υποταγή, εξύψωση της ασυναρτησίας σε ουσιαστικό λόγο, με άλλα λόγια εκκένωση της επικοινωνίας.

Έχω, φυσικά, ν' αντιπαλέψω δυνάμεις ασύμμετρα υπέρτερες. Τα λόγια του Παύλου καθαυτά είν' το μικρότερο δεινό. Η δισχιλιετής, ωστόσο, θεολογική διύληση του Παύλου, είμαι βέβαιος έχει μπαλώσει και την παραμικρή ασυνέπεια ή αντίφαση. Με άλλα λόγια, υπάρχει εκεί έξω μια καλοστημένη αιτιολόγηση για τ' οτιδήποτε. Η καλή καγαθή Εκκλησία (όχι, προφανώς, του δήμου) θα 'χει στα σίγουρα σκεφτεί για τους πιστούς, πολύ πριν απ' τους ίδιους. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να προλάβει κανείς τις ωδίνες της ελεύθερης βούλησης και τις σκοτούρες της ελεύθερης κρίσης, απ' το να 'χει τις απαντήσεις προτηγανισμένες. Η σίγουρη παραγωγή (πιστών) του θερμοκηπίου, μπορεί να υστερεί σε ποικιλία και νοστιμάδα απ' τα άγρια, μεγαλωμένα φρούτα, προλαμβάνει ωστόσο τα σκουλήκια. Γιατί το σκουλήκι είναι μεν άκρως ωφέλιμο και γονιμοποιητικό στις απέραντες απλωσιές των αγρών, μα βλαβερό δε κι ανεπιθύμητο στα περιοριστικά γλαστράκια, της εκκλησιαστικής βεράντας. Τώρα, να πούμε την αλήθεια, τούτη η παραφιλολογία δεν είναι, απαραιτήτως, πράγμα κακό, καθώς οι αιώνες της αγαπητικής καλλιέργειας - όταν η τελευταία δε συνοδεύεται, από τη νοσηρότητα της σεξουαλικής και γενικότερα σωματικής καταπίεσης - όξυναν το αγαπητικό αισθητήριο. Θα ήταν ορθότερο να πω : οι άνθρωποι επανακάλυπταν την Αγάπη στα ήδη χιλιο-ειπωμένα, περισσότερο, γιατί είχαν ολόφρεσκια τη διάθεση ν' ασκηθούν στον αγαπητικό στίβο, παρά γιατί τα πρωτότυπα διαβάσματα ήταν θεόπνευστα, από μόνα τους. Με τον τρόπο αυτό, το αρχικά ακατέργαστο μήνυμα δουλεύτηκε τόσο πολύ, ώστε να ειπωθούν λόγοι και να καλλιεργηθούν βίοι αληθινά υπέροχοι και ακτινοβόλοι, στο σκοτεινό ετούτο κόσμο. Αν είναι ο χριστιανισμός αληθινή αλήθεια ή απλά ένας από τους δεκάδες μοχλούς, που καταφέρνουν να θέσουν σε κίνηση την ψυχή του ανθρώπου, έχει μικρή σημασία για έναν αδογμάτιστο (με τη θρησκευτική έννοια) ερευνητή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Σε τούτο το πρώτο κεφάλαιο, ήδη, προ-οικονομείται όλη η αστείρευτη φαφλατολογία, η κατακλύζουσα τις σελίδες που ακολουθούν. Μετά τα χαιρετίσματα και το μικρό πρόλογο, ο οποίος αφορά στα εσωτερικά ζητήματα των πρώτων κοινοτήτων - που προσωπικά ποσώς μ' ενδιαφέρουν, πέραν της ιστορικότητας του θέματος - το κύριο χαρακτηριστικό του κειμένου είναι η βαρετή επανάληψη και το κλωθογύρισμα, γύρω απ' τον ίδιο, βασικό πυρήνα. Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω οποιαδήποτε απ' τις δεκάδες συνώνυμες επαναλήψεις, ως μπαλαντέρ. Επέλεξα την παρακάτω:

«Ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού»

όπου, ως «σοφία» υπονοείται, εξίσου, οποιαδήποτε κοσμική γνώση, αποκτηθείσα δίχως τα εγκεκριμένα, αποστολικά εργαλεία. Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν εδώ, εκείνο που ξινίζει ωστόσο είναι η ισοπεδωτική αδιακρισία, μεταξύ ιουδαϊκής «σοφίας» και αρχαιο-ελληνικής, ως πολιτισμικά κληροδοτήματα, τα οποία κατά κάποιο τρόπο ακυρώνονται, ομοίως, από το ευαγγελικό μήνυμα. Αλλά η θρησκευτικού τύπου ιουδαϊκή δογματικότητα - η οποία δε διαφέρει στο παραμικρό από τη χριστιανική, παρά μόνο στον τύπο των ήλων - έχει με την ελληνική κοσμο-θεώρηση, ποιοτικά συγκρινόμενα, τόση σχέση, όση έχει η νηπιακή ηλικία με τον ώριμο άνθρωπο - παρομοίωση, η οποία γοητεύει ιδιαίτερα τον Παύλο. Φυσικά, δε μιλώ ως τίποτε γραφικός δωδεκαθεϊστής κι απόγονος εξ' αίματος, παρά ως μακρινός συγγενής εξ αγχιστείας. Μιλώ με το σεβασμό του ανθρώπου, που στέκει μπροστά στην αρχαιο-ελληνική αφύπνηση, με το ίδιο ακριβώς δέος που στέκει το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, που 'χουν διαβάσει ένα βιβλίο. Με τον ίδιο σεβασμό, που φυσικά στέκω μπροστά στο λόγο του αρχηγού Σηάτλ, σε μια Δημοτική Παραλογή και, γενικά, οπουδήποτε ο λόγος πηγάζει γνήσια από μια δεδομένη κοινότητα, αντί να εκβιάζει τη σύσταση της τελευταίας, εκ του μηδενός.

Η έκφραση «ελληνική σοφία» είναι, ούτως ή άλλως, όρος κενός νοήματος - έξω, δηλαδή, απ' τα πλαίσια της αφελούς, λαϊκής κουλτούρας. Είναι σοφία, μόνο, κατά παραδρομή ή κατά προσέγγιση. Για τούτο το λόγο, είναι απείρως τιμιότερος και καθαρότερος ο όρος «φιλοσοφία». Τον όρο αυτόν, ωστόσο, ουδέποτε αναφέρει ο Παύλος, παρότι ήδη από την εποχή του Πλάτωνα είναι κοινός τόπος της ράτσας των ανθρώπων, έχοντας μάλιστα αποκαθαρθεί - μετά το περίφημο «ουδέν οίδα» - κι από τον όποιο προ-σωκρατικό δογματισμό. Ο Παύλος αποφεύγει, υπόπτως, να αντιδιαστείλει τη χριστιανική «μωρία» με τη φιλοσοφία, που είναι ένα είδος «μωρίας» με τον τρόπο της, αλλά κατά πολύ ανώτερη σε σχέση με το μυστικιστικό, χριστιανικό χυλό. Επιλέγει να τσουβαλιάσει στο ίδιο σακί, με ταμπελάκι «σοφία», πράγματα εξωφρενικά ετερόκλητα, επιτυγχάνοντας δια του τσουβαλιάσματος αυτού ευκολότερες, εικονικές νίκες, όταν θα χρειαζόταν ολόκληρη επιστολή, μόνο και μόνο, ώστε να ξεκινήσει ν' αντιπαραβάλλεται με την ελληνική σκέψη. Παρά τις ποικίλες φιλοσοφικές έριδες, η φιλοσοφική πρακτική έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την αναζήτηση της όποιας Αλήθειας, αιώνες προτού εμφανιστεί ο Παύλος. Ο οποίος παυλεύει, δια της κενολογίας, να επαναφέρει στο προσκήνιο τη βαρύτητα της αυθεντίας - στέλνοντας το πολιτισμό χιλιάδες χρόνια πίσω - την ώρα που το ελληνικό ήθος έχει καταστήσει οποιαδήποτε προγενέστερη αυθεντία γράμμα κενό. Στερεώνοντας την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο νου του κι εναποθέτοντας την οποιαδήποτε κρίση στην «κοινή» κρίση, οι Έλληνες συνέθεσαν έτσι μια κοινωνία των ανθρώπων ΑΠΟ τους ανθρώπους και όχι έξωθεν!

Κι ωστόσο ο Παύλος, ουσιαστικά, αντιφάσκει εαυτόν, όταν ακυρώνοντας την εθνική σοφία και τη ρητορική, επιμένει να κηρύττει... επιχειρηματολογώντας, έστω κι αν η επιχειρηματολογία ετούτη είναι χριστιανικού τύπου και ορολογίας. Ο Παύλος αδυνατεί να ξεφύγει από τη λογική δόμηση του λόγου, καθώς είναι άνθρωπος και συμμετέχει στη φύση της ανθρώπινης επικοινωνίας - που απαιτεί ορθή σύνταξη - με την ίδια αμόλυντη και θαυμαστή αθωότητα, με την οποία οι πρωτόπλαστοι συμμετείχαν στους κήπους της Εδέμ. Ο Παύλος συγχέει, πιθανότατα, την τέχνη της ρητορικής και τα στοιχεία της σοφιστικής (με την αρνητική της έννοια) με την βαθύτερη ελληνική παρακαταθήκη, η οποία ξεπερνά την σοφιστεία και τη ρητορική : πρόκειται για την υπέρβαση (όχι ακύρωση) του μύθου και την καθιέρωση του λόγου, ως συνδετικού ιστού, της πόλης. Ο χριστιανισμός χρησιμοποιεί τα ίδια ακριβώς εργαλεία, αλλοιωμένα και μιασμένα από το αποκαλυπτικό δόγμα : ο Παύλος δεν κηρύττει αλλόφρων στην αγορά, σαν τους γραφικούς «προφήτες» της ζωής του Μπράιαν, στηριζόμενος εξ ολοκλήρου στη θεία φώτιση! Ο Παύλος επιχειρηματολογεί κανονικά και με το νόμο! Με επιχειρήματα ωστόσο άψυχα και θνησιγενή, καθώς δεν υποτάσσονται στη λογική αλληλουχία, όπως οποιαδήποτε νοηματική αλυσίδα. Αντί ν' αποτελούν ειρμό, αποτελούν αρμό. Κρέμονται, άσχετα μεταξύ τους και ασύνδετα, εξαρτημένα πάντοτε από το γαϊτανάκι του ευαγγελικού δόγματος. Όταν σε κάθε επικίνδυνη στροφή, ο λόγος κινδυνεύει να εκτροχιαστεί, καταφεύγει στο ασφαλές καταφύγιο της θείας αποκάλυψης. Μα τούτο δεν αποτελεί λόγο, με την πλήρη σημασία της λέξης, παρά ψελίσματα και μηκυθμό. Ακριβώς έτσι, η δογματική ασυναρτησία, ενδυόμενη τη λογική επίφαση, μπορεί να ξεγελά τον αφελή και να πείθει με λόγο απογυμνωμένο πειθούς, εφόσον στερείται λογικής αλληλουχίας.

Γι' αυτό και ο θρησκευτικός λόγος, ακόμα κι όταν εφαπτομενικά συνθέτει κάποιο νόημα, στον κριτικό νου φαντάζει αστείος. Όχι απαραίτητα γιατί μωρολογεί νοηματικά, μα μωρολογεί εκφραστικά. Ακρογωνιαίος λίθος του χριστιανικού λόγου θα έπρεπε να είναι αποκλειστικά η χριστιανική πράξη, αντί να ιδιοποιείται εργαλεία ξένα και αταίριαστα στη φύση του, όπως ο Λόγος. Μα σε τούτο, ο Χριστιανισμός έχει παταγωδώς αποτύχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ Β΄ , Γ΄ , Δ΄

Στα επόμενα κεφάλαια, δυστυχώς, η αερολογία γιγαντώνεται εκθετικά. Το Κεφάλαιο Β΄ δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο, από μια μονότονη επανάληψη όσων συζητήσαμε νωρίτερα, δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Το γεγονός πως πρόκειται για αερολογίες δεν έχει να κάνει με καμία προσωπική προκατάληψη, παρά με την απλή διαπίστωση, ότι κάθε φράση είναι νοηματικά τόσο συνεπής, όσο και μια ανάγνωση ταρό : όταν δε λες απολύτως τίποτα, μπορεί να υπονοούνται κάλλιστα τα πάντα. Έτσι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, η αποστολική φαφλατολογία μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της, απέναντι σε οποιονδήποτε κακόπιστο κριτή. Αρκεί να χτίσει μια συνεπή αλληλουχία νοημάτων, ξεκινώντας απ' το απόλυτο μηδέν ή από το οτιδήποτε. Το να συνδέεις τα πάντα με τα πάντα, ωστόσο, εκμαιεύοντας οποιοδήποτε συμπέρασμα επιθυμείς, δεν είναι παρά ένα απίστευτα χαριτωμένο παιχνίδι, στο οποίο μάλιστα εξασκούνται συνειδητά (πρόκειται, δηλαδή, περί ιδιαίτερου μαθήματος) οι πάσης φύσεως χαρτορίχτρες και λοιποί απατεωνίσκοι. Κανείς παρόμοιος συνειρμός δε θ' αντεχε σε περαιτέρω και διεξοδική ανάλυση. Το πρόβλημα στην επιστολή του Παύλου είναι πως δεν υπάρχει καν συνειρμός, δεν υπάρχει το παραμικρό αντικείμενο να κριθεί, έστω και ως ορθό. Είναι μια διαρκής αναμάσηση των χριστιανικών μάντρα : η σοφία του Θεού, του Θεού η σοφία κι η του Θεού σοφία. Εν τέλει, δίχως τη βοήθεια σαρανταπέντε θεολόγων, όσο και να διαβάζεις ουδέποτε θα μάθεις, από τι συνίσταται ετούτη η θεϊκή σοφία, ποια είναι η ποιότητα, η φύση της, τα χαρακτηριστικά που τη συνθέτουν. Όπως δε θα μάθεις ποτέ, ποια είναι εκείνα, τα «καθώς γέγραπται», τα οποία «οφθαλμός ουκ είδε, ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» και ποια τα «υπό του Θεού χαρισθέντα». Δυστυχώς (ή ευτυχώς), ο αναγνώστης θα πεθάνει με την απορία.

Κάθε κουβέντα του Παύλου, που δεν είναι αντιμετώπιση εσωτερικών θεμάτων της χριστιανικής κοινότητας - ψύχραιμη κατά τ' άλλα, μα φιλοσοφικά αδιάφορη - δεν είναι παρά μία ακόμα λήψη του ζητουμένου. Λέγει δηλαδή ο ανεκδιήγητος, στο στίχο 10 του Κεφαλαίου Γ : «Κατά την χάριν του Θεού την δοθείσαν μοι». Και ποιος το λέει αυτό; Μα ποιος άλλος; ο Παύλος. Ορίστε; Ο Παύλος λέει ότι ο Θεός έδωσε στον Παύλο χάρη. Και γιατί, δηλαδή, να πιστέψουμε όσα μας αραδιάζει ο Παύλος; Μα γιατί έχει τη χάρη του Θεού. Και γιατί έχει τη χάρη του Θεού; Μα γιατί το λέει ο Παύλος. Μάλιστα. Ετούτο το τραγελαφικό παιχνίδι χριστιανικής ονείρωξης συναντάται σχεδόν παντού, στο μήκος και στο πλάτος της επιστολής και δε θα κουράσω άλλο τον αναγνώστη, με τις άπειρες παραλλαγές. Ας τις διαπιστώσει κανείς, μονάχος του. Στο δε Κεφάλαιο Δ΄, ο Παύλος εκτραχύνεται : «εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ' ου πολλούς πατέρας ∙ εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα. παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθαι»! Ακριβώς! Ο Παύλος ανεβάζει τον εαυτό του σε ύψη απροσμέτρητα, με μοναδικό στοιχείο πειθούς τα ίδια του τα λόγια. Αφού, λίγο νωρίτερα, μυξο-κλαψούρισε για τα βάσανα και την αυταπάρνηση των Αποστόλων, χρίζει τώρα εαυτόν πνευματικό πατέρα των αφελών Κορίνθιων. Μην εμφανίστηκε ο Θεός ο ίδιος, με Χερουβείμ και πύρινες ρομφαίες πάνω απ' τον Ισθμό, ευαγγελίζοντας τούτο το χαρμόσυνο νέο; Μπα! Είναι ο Παύλος που το λέει! Του το ψιθύρισε ο Θεός, μια νύχτα, την ώρα που έπαιρνε τον ύπνο ή το μπάνιο του.

Αλλά, γνωρίζοντας την αδυναμία των ανθρώπων και την προσωπολατρική ροπή τους, γιατί δεν αποφεύγει ο Παύλος την αυτο-προβολή, γιατί δεν ταπεινώνεται περισσότερο, αφήνοντας τις πράξεις του να μιλήσουν για τον ίδιο; Καμώνεται πως κάνει τα πάντα, ώστε ν' αποτραπούν οι αιρέσεις, παίζοντας διαρκώς το χαλασμένο δίσκο του ( κανείς δεν ανήκει σε κανέναν - ούτε Παύλω, ουτ' Απολλώ, ούτε Κηφά - αλλά πάντες ανήκουν στο Θεό ), μα δε χάνει ευκαιρία - σαν τη μπορδή - να πάρει το προβάδισμα και να θέσει εαυτόν επικεφαλής. Πάντοτε διακριτικά και με τη χάρη του Θεού. Ετούτες οι σατανικές παραφωνίες δεν είναι διόλου σατανικές. Είναι καθαρά ανθρώπινες κι εδράζονται στο παντελώς ξένο, εβραϊκό ήθος. Δεν το λέω τούτο, εθνικιστικά ή μισαλλόδοξα. Ο Παύλος προσπαθεί να συνθέσει μια κοινωνία από τα έξω ή από τα πάνω. Προσπαθεί να κατασκευάσει κάτι που, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καθαυτό. Προσπαθεί να συμμαζέψει μια παρέα, η οποία δεν έχει συσταθεί αυθόρμητα, από κάποια εσωτερική ανάγκη των μελών της. Για το λόγο ετούτο, είναι υποχρεωμένος να τρέχει διαρκώς με τα ραβασάκια και τις επιστολές του, προκειμένου να διορθώνει ή να προλαμβάνει τα πράγματα εκείνα, που αποκλίνουν από το θεϊκό σχέδιο, το οποίο 'χει στο νου του. Όπως σε κάθε μη αυτο-ρυθμιζόμενο σύστημα, τα πάντα μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να παν κατά διαβόλου. Γι' αυτό, απαιτείται διαρκώς ένας συντηρητής, ένας από μηχανής θεός, να το συντρέχει και να το επαναφέρει. Τούτη η έξωθεν παρέμβαση, είναι στοιχείο παντελώς ξένο και παράταιρο, ως προς την αφοπλιστική ευθύτητα της ελληνικής αυτο-θέσμισης. Η αναρχική - στην πραγματικότητα - ελληνική κοινωνία, έθετε ως «αρχή» ουσιαστικά τον εαυτό της, αφομοιώνοντας τον άρχοντα μες στον αρχούμενο, σε μια ενότητα που ακύρωνε τις αντιφάσεις. Ομφαλοσκοπική; σε καμία περίπτωση, καθώς όντας ανοιχτή στον κόσμο, ζυμωνόταν διαρκώς μέσα απ' τις σχέσεις. Νεκροζώντανα παγιωμένη σε δόγματα και σε κανόνες; ούτε καν! Αναγεννώμενη, διαρκώς, μέσα στο συνεχές γίγνεσθαι των σχέσεων και των αναγκαιοτήτων, η ελληνική θεώρηση, παρόλα τα στραβά της, σ' έκανε κάθε άλλο απ' το να βαριέσαι. Ο ελληνικός deus ex machina δεν έρχεται να θεσπίσει την κοινωνία, όπως ο εβραϊκός του ομόλογος. Έρχεται να καλύψει το υπαρκτικό κενό, που υπερβαίνει τη μηδαμινότητα των θνητών. Είναι ένας τρόπος να ειπωθεί εκείνο που η κοινότητα των ανθρώπων αφήνει άρρητο. Μα έρχεται, πάντα, στα πλαίσια μιας ελεύθερα προ-θεσπισμένης κοινότητας.

Τι σχέση έχουνε όλα ετούτα, με το απονεκρωτικό κήρυγμα του Παύλου; Η κυριολεκτική μωρία και όχι η μεταφορική - εντός της οποίας ο ίδιος ευλογεί τα γένια του - και η αποστασιοποίηση του Παύλου από τον καθαρό Λόγο, έχει ως αποτέλεσμα να μιάνει, αν όχι να καταστρέψει εντελώς, ό,τι νέο και καλό ήρθε να φέρει το χριστιανικό μήνυμα. Και ήρθε, κατά τη γνώμη μου, να φέρει κάτι όντως μεγαλειώδες. Αν υποθέσουμε πως η Αγάπη είναι η χριστιανική απάντηση στο υπαρκτικό άρρητο, τότε η θεολογική γραμματοσειρά είναι παντελώς ακατάλληλη να την αποτυπώσει. Ως προς τούτο, ο Παύλος - αυτών των Κεφαλαίων - στέκεται όμοια ανεπαρκής.

[ ... ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: